αγκύλος

αγκύλος
η , ο[ν] кривой, изогнутый; согнутый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "αγκύλος" в других словарях:

  • ἀγκύλος — crooked masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγκύλος — η, ο (Α ἀγκύλος, η, ον) κυρτός, καμπύλος, γαμψός αρχ. 1. (για το ύφος τού λόγου) α) στρυφνός, περίπλοκος β) σαφής, λιτός 2. πονηρός, πανούργος 3. αρπακτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Από τη ρίζα *ἀγκ όπως και τα αγκάλη, αγκύλη, άγκυρα. ΠΑΡ. αρχ. ἀγκυλοῡμαι,… …   Dictionary of Greek

  • ἀγκυλωτέρων — ἀγκύλος crooked fem gen comp pl ἀγκύλος crooked masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλον — ἀγκύλος crooked masc acc sg ἀγκύλος crooked neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλων — ἀγκύλος crooked fem gen pl ἀγκύλος crooked masc/neut gen pl ἀ̱γκύλων , ἀγκυλόω crook imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱γκύλων , ἀγκυλόω crook imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀγκυλόω crook imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀγκυλόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλως — ἀγκύλος crooked adverbial ἀγκύλος crooked masc acc pl (doric) ἀ̱γκύλως , ἀγκυλόω crook imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀγκυλόω crook imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλοι — ἀγκύλος crooked masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλοις — ἀγκύλος crooked masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλου — ἀγκύλος crooked masc/neut gen sg ἀ̱γκύλου , ἀγκυλόω crook imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀγκυλόω crook pres imperat act 2nd sg ἀγκυλόω crook imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλους — ἀγκύλος crooked masc acc pl ἀ̱γκύλους , ἀγκυλόω crook imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀγκυλόω crook imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύλῳ — ἀγκύλος crooked masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»